Performance Art: Η τέχνη του ανεπανάληπτου

Performance Art: Η τέχνη του ανεπανάληπτου

Τι είναι το Performance Art;

Η τέχνη της ερμηνείας. Παραστατική τέχνη. Πρόκειται για μια διαδικασία, ένα δρώμενο του οποίου τις παραμέτρους θέτει ο καλλιτέχνης αλλά την έκβαση μπορούν να επηρεάσουν οι θεατές και το τοπίο. Ουσιαστικά το performance art αποτελείται από έναν χώρο περιορισμένο ή απέραντο, ανθρώπους και αντικείμενα επιλεγμένα από τον καλλιτέχνη και ένα πλαίσιο αυστηρών ή χαλαρών κανόνων που επηρεάζουν τη δράση των στοιχείων εντός του έργου τέχνης. Όσον αφορά το χρόνο το έργο διαρκεί όσο και το happening και μετά χάνεται στις αναμνήσεις των θεατών. Σπάνια συμβαίνει να επαναλαμβάνονται τέτοια δρώμενα, ενώ η διαδραστική τους φύση το καθιστά πρακτικά αδύνατον.

Η αφαιρετική αυτή περιγραφή σίγουρα δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα απ’όσα απαντά αλλά ίσως αυτό είναι το νόημα του performance art. Ίσως και της τέχνης εν γένει.

Λήδα Παπακωνσταντίνου

Ίσως, επίσης, η προσέγγιση μιας τόσο ρευστής τέχνης να είναι ευκολότερη μέσα από τα έργα της. Ως πρώτο παράδειγμα, που προέρχεται καθαρά από προσωπική προτίμηση και όχι αξιολογική κατάταξη, θα γίνει αναφορά στο περφόρμανς «Εις το όνομα» της Λήδας Παπακωνσταντίνου. Η καλλιτέχνις παρουσίασε το έργο ως προσκεκλημένη στην 1η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης το 2007. Πέντε οθόνες στήθηκαν βυθισμένες στο νερό στο χώρο του λιμανιού. Πρόβαλλαν διαδοχικά τις δράσεις της καλλιτέχνιδος σε διάφορα σημεία της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη η Λήδα Παπακωνσταντίνου προβλήθηκε να επισκέπτεται μεταξύ άλλων τα συμμαχικά νεκροταφεία στη Σταυρούπολη. Με τη συνοδεία μουσικής απέθεσε σε καθέναν από τους πανομοιότυπους τάφους ένα τυχαίο προσωπικό αντικείμενο.

Όσο ανορθόδοξη και αν είναι η περιγραφή μιας περφόρμανς, αυτό είναι σε γενικές γραμμές το πλαίσιο ενός μέρος του έργου «Εις το όνομα». Και από αυτό προκύπτουν αρκετές ερωτήσεις. Αρχικά, τι σημαίνει το έργο; Αν και είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς απόλυτα σε κάτι τέτοιο ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τέχνη, το «Εις το όνομα» έχει σίγουρα ένα κυρίαρχο μήνυμα. Απόδοση τιμής σε όσους τη στερήθηκαν. Επαναφορά της ανθρώπινης ισορροπίας. Η καλλιτέχνιδα επισκέπτεται τους τάφους στρατιωτών του πρώτου παγκοσμίου πολέμου που πέθαναν πολεμώντας και τάφηκαν μακριά από πατρίδα και οικογένεια. Αποδίδει σε κάθε όμοιο κομμάτι μαρμάρου κάτι ιδιαίτερο και προσωπικό. Κάτι που θα άφηναν οι συγγενείς. Κάτι που να ξεχωρίζει τον καθένα από τους υπόλοιπους σαν να πρόκειται για προσωπικό μνημείο και όχι ένα ατελείωτο κατ’επανάληψη νεκροταφείο.

Είναι ένα κοινωνικό μήνυμα που αντί να μας δείχνει πόσο άσχημο είναι αυτό που συμβαίνει, το διορθώνει συμβολικά επί τόπου. Κι αν η διόρθωση δεν είναι παρά ένα «τσιρότο» σε μια «τεράστια πληγή» τότε το μήνυμα αντηχεί πιο δυνατά.

Όμως, γιατί αυτό να είναι τέχνη;

Γιάννης Γαΐτης

Δεύτερο παράδειγμα, αν και ατυχές γιατί απουσιάζουν φωτογραφικά ντοκουμέντα, αποτελεί η παρέλαση με «τα ανθρωπάκια» που οργάνωσε το 1981 ο Γιάννης Γαΐτης. «Τα ανθρωπάκια»  είναι οι πλέον χαρακτηριστικές φιγούρες της τέχνης του Γαϊτη και παρουσιάζονται σε διάφορες εκφάνσεις στα έργα του προωθώντας διαφορετικές εκδοχές του ίδιου μηνύματος. Απώλεια προσωπικότητας. Μαζοποίηση. Πρόκειται για έναν άνδρα, γραμμικό, μελαχρινό, με κουστούμι και γραβάτα που επαναλαμβάνεται σε διάφορα πλαίσια θυμίζοντας άβολα στους ανθρώπους ότι μετατρέπονται σε αριθμούς και στατιστικά. Ότι χάνουν τη βούληση, την άποψη και την ταυτότητά τους. Ότι ακολουθούν τη μάζα γιατί είναι εύκολο.

 

Αυτά τα ανθρωπάκια είναι που εμφανίστηκαν στη Θεσσαλονίκη το 1981 για να παρελάσουν προωθώντας το μήνυμα κατά της μαζοποίησης. Προκαλώντας την έκπληξη και το γέλιο ενός happening αλλά παράλληλα το άβολο συναίσθημα μιας απρόσωπης μάζας που κυριαρχεί και μας θυμίζει ποιοι είμαστε, τι έχουμε γίνει και πώς θα καταλήξουμε.

Η περφορμανς αυτή επέτρεψε στους ανθρώπους να βιώσουν πώς είναι πραγματικά να ζεις μέσα σε μια άμορφη μάζα και όσο ψυχαγώγησε τόσο τάραξε το κοινό που επέμενε ότι τα ανθρωπάκια είναι άσχημα γιατί «εγώ δεν είμαι αυτό».

Υπάρχει, λοιπόν, και πάλι το μήνυμα που προβάλλεται διαδραστικά. Αφού, όμως, περιλαμβάνει χώρο, ανθρώπους και κοστούμια γιατί δεν το λέμε θεατρικό δρώμενο; Το performance art δεν αποτελεί την αναπαράσταση γεγονότων. Δεν έχει σκοπό να αφηγηθεί κάτι αλλά να δείξει. Και δεν έχει καμία διάθεση να επαναληφθεί αυτούσιο. Βασίζεται μεν στο δρώμενο εντός πλαισίου αλλά έχει ως κέντρο την ίδια τη δράση. Περφόρμανς δεν είναι η παρέλαση όπως τη βλέπει ο θεατής αλλά το γεγονός ότι ασπρόμαυροι άνδρες με ριγέ σακάκια περπάτησαν στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Δεν υπάρχει σκηνή και ακροατήριο. Το περφόρμανς δεν έχει προσκήνιο και παρασκήνιο. Είναι ένα περίοπτο έργο τέχνης που εμφανίζεται και εξαφανίζεται και στον ελάχιστο ενδιάμεσο χρόνο έχει κάτι να μας πει.

Όμως, γιατί αυτό να είναι τέχνη;

Μαρίνα Αμπράμοβιτς

Η τρίτη επιλογή περφόρμανς με κάνει να νιώθω έντονα. Και άβολα. Πρόκειται για το έργο της Σέρβας καλλιτέχνιδος, Μαρίνας Αμπράμοβιτς, με το όνομα «Ρυθμός 0» του 1974. Η καλλιτέχνις στο πλαίσιο του περφόρμανς έμεινε ακίνητη για έξι ώρες σε ένα χώρο με ένα τραπέζι. Πάνω του υπήρχαν 72 αντικείμενα μεταξύ των οποίων ένα τριαντάφυλλο, ένα φτερό, ένα νυστέρι, ένα ψαλίδι, μέλι κ.α. Μια επιγραφή ενημέρωνε τους επισκέπτες ότι μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα αντικείμενα όπως θέλουν.

Εκείνοι στην αρχή συμπεριφέρονταν διστακτικά. Όσο περνούσε όμως ο χρόνος και η Αμπράμοβιτς δεν αντιδρούσε, οι επισκέπτες απέκτησαν θάρρος. Κάποιοι της έκοψαν τα ρούχα, άλλοι την τρύπησαν με τα αγκάθια από το τριαντάφυλλο. Ένας τη σημάδεψε με το όπλο, το οποίο του πήρε κάποιος άλλος από το χέρι. Όλοι όμως απομακρύνθηκαν με τρόμο όταν εκείνη σηκώθηκε και περπάτησε ανάμεσα τους μετά τις 6 ώρες. Η καλλιτέχνις δήλωσε πως αν τους το επέτρεπε θα τη σκότωναν. Κανείς, όμως, δεν ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει την αλήθεια για τον εαυτό του όταν σηκώθηκε το πέπλο του περφόρμανς και ο κόσμος θυμήθηκε πως επρόκειτο για άνθρωπο.

Όμως, γιατί αυτό να είναι τέχνη;

Θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι τέχνη γιατί υπάρχουν κάποια αισθητικά στάνταρ. Η μουσική της Λήδας Παπακωνσταντίνου, οι επαναλαμβανόμενες ταφόπλακες, η συμμετρία, τα χρώματα των ρούχων… Είναι οπτικά ευχάριστα. Το ίδιο και οι ασπρόμαυρες ρίγες του Γαϊτη και η επανάληψη. Το τριαντάφυλλο, το όπλο, το φτερό… Υπάρχουν κάποιες εικόνες που είναι από μόνες τους «ποιητικές» όπως οι λέξεις της υψηλής ποίησης. Υπάρχουν και κάποιες που είναι τόσο «αντιποιητικές» που γίνονται τέχνη από την αντίθεση τους στην καλαισθησία, όπως ο θάνατος, οι πληγές και ο τρόμος. Θα έλεγε κανείς πως οι προαναφερθείσες περφόρμανς πέφτουν κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές κατηγορίες και γι’αυτό είναι τέχνη. Ή θα μπορούσε να πει ότι είναι απλά άβολες, μακάβριες και ακραίες.

Η έννοια «τέχνη» είναι ρευστή και προσαρμόζεται στις προσωπικές προτιμήσεις και τα αισθητικά στάνταρ του καθενός. Δεν είναι ωστόσο ανάγκη να μας αρέσει για να είναι τέχνη. Σκοπός της είναι να μας κάνει να νιώθουμε. Άσχημα, όμορφα… πάντως έντονα. Και αν το καταφέρνει έχει πετύχει το σκοπό της είτε την αγαπάμε είτε τη μισούμε γι’αυτό… Γιατί η δουλειά της τέχνης είναι να καθησυχάζει τα ανήσυχα πνεύματα και να ταράζει όσους εφησυχάζονται.

Chrysa Rizopoulou

Φοιτήτρια Αρχαιολογίας - Ιστορίας Τέχνης. Λάτρης των βιβλίων, του καλού καφέ και της νοσταλγικής μουσικής από άλλες δεκαετίες. Εκφράζομαι γιατί πιστεύω πως ο κόσμος είναι καλύτερος όταν τον μοιράζεσαι. Γράφω γιατί οι λέξεις είναι εξαιρετικά ταλαντούχες στο να μετατρέπουν τις εμπειρίες σε τέχνη.
Close Menu