Η μικρή του παλάμη έκλεισε γύρω από το στρατιωτάκι, καθώς το έπαιρνε και το πετούσε στην άλλη άκρη του δωματίου του. 

-“Ο στρατιώτης πέταξε και κατατρόπωσε τον εχθρό!” Ακούστηκε η ενθουσιασμένη φωνή του Γιώργου. Με τη βολή του, είχε πετύχει την κούκλα της μικρής του αδερφής που την είχε στήσει στο κρεβάτι του. Το κράνος που φορούσε είχε γλιστρήσει στο πλάι του μικρού του κεφαλιού, αλλά πάνω στη χαρά του δεν έδωσε σημασία. Μόνο έτρεξε στο σαλόνι για να πει το κατόρθωμα στους γονείς του. 

-“Μαμά, μπαμπά! Τον νίκησα τον εχθρό!”

Η μητέρα του έσκυψε και πήρε το κράνος στα χέρια της.

-“Αγάπη μου, δεν είπαμε ότι πρέπει να ετοιμαστείς και να φύγουμε;” 
-“Ναι, αλλά έπρεπε να νικήσω τον εχθρό!” Δικαιολογήθηκε ο μικρός, όσο η μητέρα του τον σήκωνε στην αγκαλιά της και κατευθυνόταν προς το δωμάτιο για να τον σουλουπώσει.
-“Μπράβο που τον νίκησες! Αλλά πρέπει να ετοιμαστούμε για το πάρτι της φίλης σου της Νίκης”
-“Η Νίκη δεν είναι φίλη μου! Με πρόδωσε για να παίξει με τον Κωστή!” μούτρωσε εκείνος.

Η μητέρα του τον κοίταξε με σοβαρό ύφος.
-“Γιώργο, επειδή έπαιξε μία φορά με τον Κωστή αντί για’σένα, δεν σημαίνει ότι σε πρόδωσε. Πάμε τώρα μην αργήσουμε!”

Ο μικρός πήρε κρυφά ένα από τα στρατιωτάκια που είχε πάρει ως δώρο Χριστουγέννων και υποσχέθηκε στον εαυτό του να μην δώσει σημασία στη Νίκη, κι ας ήταν το δικό της το πάρτι.
Η οικογένεια αποφάσισε να πάει με τα πόδια ως το σπίτι που θα γινόταν το πάρτι, καθώς ήταν κοντά και ο καιρός ήταν καλός, παρόλο που ήταν στην καρδιά του χειμώνα. Ο πεζόδρομος της Αγίας Σοφίας ήταν στολισμένος για τις γιορτές, γεμάτος με ανθρώπους όλων των ηλικιών, οι οποίοι έκαναν τη βόλτα τους ή έπιναν τον πρωινό καφέ τους και απολάμβαναν τους ήχους από μία κομπανία παραδοσιακών μουσικών.  Κατέβηκαν προς την Τσιμισκή και στη συνέχεια προς τη Μητροπόλεως. Έτυχε να βγαίνει ένας κύριος από την πολυκατοικία στην οποία ήθελαν να πάνε κι έτσι δεν χρειάστηκε να χτυπήσουν το θυροτηλέφωνο. Η μητέρα της Νίκης τους υποδέχτηκε με χαμόγελα και ευχές, τις οποίες ανταπέδωσαν όλοι, εκτός από τον Γιώργο.

-“Εσύ γιατί είσαι έτσι κακόκεφος, νεαρέ μου;” τον ρώτησε σκύβοντας προς το μέρος του.
-“Ξύπνησε στραβά, Αλεξάνδρα μου” απάντησε η μητέρα του Γιώργου αντί για τον ίδιο.
-“Γιώργο, πήγαινε να παίξεις με τους φίλους σου!”

Ο μικρός ήταν έτοιμος να διαμαρτυρηθεί, αλλά ένα βλέμμα των γονιών του τον απέτρεψε κι έτσι κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο της Νίκης. Εκεί βρίσκονταν μερικοί από τους συμμαθητές του και μερικά παιδιά οικογενειακών φίλων της εορτάζουσας. Ο Γιώργος την ξεχώρισε κατευθείαν, τα καστανά της μαλλιά ήταν πιασμένα σε μια αλογοουρά και το ροζ φορεματάκι της, της πήγαινε πολύ. Χωρίς να χαιρετήσει κανέναν, έκατσε σε μία γωνία και έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού του το στρατιωτάκι του. Άρχισε να παίζει μόνος του, μέχρι που μία σκιά ήρθε και στάθηκε μπροστά του. Σήκωσε εκνευρισμένος του κεφάλι του και το βλέμμα του ήρθε αντιμέτωπο με το πράσινο της Νίκης. Μπορούσε να καταλάβει ότι ήταν έξαλλη από τον τρόπο που τον κοιτούσε. Τα δυο παιδιά μείνανε σιωπηλά για μερικά δευτερόλεπτα.
Ο Γιώργος παρατήρησε το θυμό να εξατμίζεται και ένα χαμόγελο να ανθίζει στα χείλη του κοριτσιού. Χωρίς καμία προειδοποίηση, τον έπιασε απ’το χέρι και τον έσυρε μέχρι το κέντρο του δωματίου. Τον έβαλε να κάτσει πάνω στη χοντρή μοκέτα και βολεύτηκε δίπλα του. 

-“Κανονικά δεν θα έπρεπε να σου μιλάω”, ξεκίνησε η Νίκη, “αλλά η μαμά μου μου είπε ότι τα Χριστούγεννα είναι εποχή αγάπης, αλλαγής και συγχ- πώς το είπε το άλλο;” 
-“Δηλαδή, δεν μου θύμωσες που θύμωσα εγώ;” 
-“Αν και θα ήθελα μία συγγνώμη”

Ο Γιώργος συνάντησε ξανά το πράσινο βλέμμα της, λίγο πριν χαμηλώσει το δικό του.
-“Συγγνώμη, Νίκη”
-“Δεκτή!” Αναφώνησε η μικρή και του έσκασε ένα χαμόγελο, το οποίο ήταν μεταδοτικό.
-“Καλά Χριστούγεννα, Γιώργο!”
-“Καλά Χριστούγεννα, Νίκη!”

Comments

No comments yet. Why don’t you start the discussion?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *