Το ζωϊκό βασίλειο στην ανθρώπινη γλώσσα

Το ζωϊκό βασίλειο στην ανθρώπινη γλώσσα

Λίγο το διάβασμα, λίγο η ζέστη, λίγο που το’ χω καημό στη ζωή μου…

Ξέρω μονάχα τρεις παροιμίες, κι αυτές μπερδεύομαι και τις λέω λάθος. «Κάλλιο αργά παρά αργότερα», «Τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς», «Ακόμη δεν τον είδαμε Γιάννη τον εβγάλαμε». Εντάξει, την τελευταία δεν τη λέω γιατί δεν ξέρω και πώς να τη χρησιμοποιήσω. Εντάξει, τη «γκούγκλαρα» κιόλας για να συμπληρώσω τριάδα.

Κι αφού κάπως πρέπει να κάνω διάλειμμα από το διάβασμα και το να ξεκινήσω μια καινούρια σειρά δεν είναι και πολύ σώφρον, εμπνεύστηκα από το σκύλο του γείτονα. Έψαξα κάποιες παροιμίες και λαϊκές φράσεις με ζώα που κατά καιρούς έχω ακούσει.

 «Κατά φωνή κι ο γάιδαρος»

Καλός οιωνός, κατά την αρχαιότητα, η φωνή του γαϊδάρου αφού κάθε φορά που ακουγόταν πριν από μία μάχη προμήνυε τη νίκη. Έτσι και ο Φωκίων, αν και αποφασισμένος ν’ αναβάλει την επίθεση του κατά των Μακεδόνων του Φιλίππου, στο άκουσμα της φωνής του γαϊδάρου, αναθεώρησε. Αναφωνώντας «κατά φωνή κι ο γάιδαρος», έστειλε το στρατό του στη μάχη και βγήκε νικημένος. Αν σας τύχει, λοιπόν να είστε ο… γάιδαρος, τότε σίγουρα η παρέα σας είναι κάτι παραπάνω από επιθυμητή!

«Μπάτε σκύλοι αλέστε (και αλεστικά μη δώσετε)»

«Σκυλοφράγκους» αποκαλούσαν οι Έλληνες τους Φράγκους, οι οποίοι κάνανε εφόδους στα σπίτια και τους μύλους των Ελλήνων ώστε να μαζέψουν σιτάρι και αλεύρι για την παρασκευή ψωμιού. Όταν κάποτε, με υπόσχεση να του πληρώσουν τ’ αλεστικά, απαίτησαν από το θαρραλέο μυλωνά Γιάννη Ζήσιμο να τους δώσει όλα του τα σιτηρά, εκείνος προσκαλώντας τους στο μύλο για να τον βοηθήσουν με το άλεσμα, τους είπε: «Μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δώσετε». Το σχέδιο του ήταν να τους κλειδώσει μέσα και να βάλει φωτιά στο μύλο του, πράγμα που έκανε, μένοντας στην ιστορία ως ο πιο τολμηρός μυλωνάς!

«Του έψησε το ψάρι στα χείλη»

Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής στα Βυζαντινά μοναστήρια, πολλοί ήταν εκείνοι που έκαναν μικρές ή μεγάλες «ατασθαλίες». Όσοι απ’ αυτούς πιάνονταν στα πράσα έπρεπε να υποστούν τις ποινές. Άτυχος είχε σταθεί κι ο καλόγερος Μεθόδιος όταν τον συνέλαβαν να ψήνει ψάρια στα κρυφά. Ο καλόγερος τιμωρήθηκε με βάναυσο τρόπο: πέθανε με αναμμένα κάρβουνα στο στόμα πάνω στα οποία αφήσανε ένα ωμό ψάρι να ψηθεί. Ευτυχώς για εμάς, η φράση χρησιμοποιείται καθόλα μεταφορικά.

«Ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη»

Σχεδόν όλοι μεγαλώσαμε με τους μύθους του Αισώπου. Αν γυρίσουμε πίσω στην παιδική μας ηλικία, πολλοί θυμόμαστε το μύθο για έναν νέο που σπατάλησε όλα του τα χρήματα με μοναδικό απόθεμα ένα χειμωνιάτικο μανδύα. Όταν ένα χελιδόνι πέρασε έξω από το παράθυρό του, απελπισμένος και σπάταλος που ήταν, θεώρησε πως ο χειμώνας είχε πια φύγει και πούλησε το μανδύα του. Φυσικά, αυτό που τον περίμενε την επόμενη μέρα δεν ήταν η άνοιξη, αλλά ένα κρύο άνευ προηγουμένου!

Το μάτι ενός κροκόδειλου

«Κροκοδείλια δάκρυα»

Μεταφερόμαστε από το μύθο στην πραγματικότητα, και συγκεκριμένα στους κροκόδειλους οι οποίοι, για να ξεγελάσουν τα θύματά τους υποκρίνονται. Τι ακριβώς κάνουν; Κρύβονται και προσποιούνται ότι κινδυνεύουν, βγάζοντας ήχους που θυμίζουν παιδικό κλάμα. Ανυποψίαστα τα θύματα πέφτουν στην παγίδα αυτή και, θέλοντας να βοηθήσουν, γίνονται τροφή για τα μεγάλα ερπετά. Κι αφού είναι αποδεδειγμένο επιστημονικά πως τα δάκρυα των κροκοδείλων δεν οφείλονται σε κάποιο συναίσθημα, τα «κροκοδείλια δάκρυα» γίνανε σήμερα συνώνυμα του «υποκριτή».

«Πλάκωσε η μαρίδα»

Όσοι ψαρεύετε γνωρίζετε πολύ καλά τι κάνουν οι μαρίδες. Τα μικρά αυτά ψάρια, μόλις εντοπίσουν την πετονιά, μαζεύονται πολύ γρήγορα γύρω-γύρω και τρώνε το δόλωμα. Παλιότερα, η φράση χρησιμοποιούνταν κυρίως για τις μεγάλες παρέες των παιδιών που τριγυρνούσαν από γειτονιά σε γειτονιά σαν κοπάδι από μαρίδες. Σήμερα, χρησιμοποιούμε την έκφραση κυρίως για τους «περίεργους» και για όσους, σαν τις μαρίδες, μαζεύονται γύρω από καθετί που συμβαίνει.

 «Άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας»

Αδίστακτες οι κουκουβάγιες που ζουν στα δάση, εντοπίζουν τις φωλιές των λαγών και αφού τα σκοτώσουν, εγκαθίστανται στα σπίτια τους. Την εποχή του κυνηγιού, όμως, οι κυνηγοί ανυποψίαστοι πλησιάζουν τις φωλιές αυτές ελπίζοντας να βρουν τη λεία τους. Αυτό που αντικρίζουν, βέβαια, είναι τα τεράστια γυαλιστερά μάτια της κουκουβάγιας, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με αυτά του λαγού. Έτσι κι εμείς, όταν αντικρίζουμε δύο εντελώς διαφορετικές καταστάσεις ή ανθρώπους, συνήθως χρησιμοποιούμε στο λόγο μας αυτήν την παροιμία.

«Κάνει την πάπια»

Αν και τελικά δεν ανήκει στην κατηγορία των παροιμιών που βγήκαν από ζώα, η ιστορία της παροιμίας αυτής ήταν η πιο ενδιαφέρουσα απ’ όλες, γι’ αυτό θα κλείσω με αυτή. Επιστρέφουμε, λοιπόν, στη βυζαντινή εποχή (ναι, εκεί που ψήνανε κρυφά ψάρια), και περνάμε στους ευνούχους αυλικούς και κλειδοκράτορες τους επονομαζόμενους «Παπίες». Όταν κάποτε το ρόλο αυτό ανέλαβε ο Ιωάννης Χανδρινός, η έννοια του Παπία επρόκειτο να αλλάξει. Ο Χανδρινός, διπρόσωπος και ψεύτης, δημιουργούσε διενέξεις και ίντριγκες μεταξύ του τότε αυτοκράτορα Βασιλείου Β’ και πολλών φίλων, ακόμη και συγγενών του. Στην προσπάθεια πολλών να αποκαλύψουν τα τεχνάσματά του, ο Παπίας υποκρινόταν, βούρκωνε, δήλωνε προσβεβλημένος και φυσικά αθώος. Εξ’ ου και η φράση «Ποιείς τον Παπίαν» ή «Κάνεις την πάπια» που χρησιμοποιούμε μέχρι και σήμερα για όσους προσποιούνται τους ανήξερους ή λένε ψέματα στους φίλους τους.

Αννίτα Νιτσαίδου

Γεννήθηκε και μεγαλώνει στη Θεσσαλονίκη. Θύμα της καφεΐνης και του multi-tasking, λατρεύει το film noir και τον Ταραντίνο. Δε διαβάζει ποτέ οδηγίες χρήσης και δε φεύγει από το σπίτι χωρίς τα ακουστικά της. Α, σπουδάζει Αγγλική Φιλολογία στο ΑΠΘ.
Close Menu