Γνωρίζοντας τους ομιλητές του TEDxUniversityofMacedonia 2017: Xplicit & Παναγιώτης Βασιλείου

Γνωρίζοντας τους ομιλητές του TEDxUniversityofMacedonia 2017: Xplicit & Παναγιώτης Βασιλείου

Η δουλειά τους χαρακτηρίζεται από μια γερή δόση ρεαλισμού, ειλικρίνειας και σταράτης αλήθειας. Αρκεί ένα οποιοδήποτε κομμάτι των Στίχοιμα ή ένα video του Παναγιώτη για να καταλάβει κανείς τι εννοώ. Αφήσαμε τις περαιτέρω συστάσεις για τους ίδιους στη σκηνή, όπου ο Xplicit και ο Παναγιώτης Βασιλείου μας μίλησαν για κάτι διαφορετικό, προσεγγίζοντας τη θεματική της τέχνης με το δικό τους μοναδικό τρόπο. Τι είναι τέχνη; Ποια είναι η τέχνη του καθενός; Ποια είναι η «χρυσή τομή» των τεχνών; Ας τους γνωρίσουμε καλύτερα μέσα από την συνέντευξη που μας παραχώρησαν.

  • Πότε αποφασίσατε ότι θέλετε να ασχοληθείτε με την τέχνη; Είχατε κάποια πρότυπα ή είδωλα;

Xplicit: Εγώ είχα αποφασίσει ότι θέλω να ασχοληθώ με αυτό απ’ τα 15-16. Δεν ήξερα συνειδητά ότι αυτό θα κάνω, απλά πίστευα ότι μπορώ να το κάνω.  Δεν είχα κάποιο συγκεκριμένο είδωλο. Άλλωστε τα είδωλα και τα πρότυπά σου αλλάζουνε όσο μεγαλώνεις. Άλλα πρότυπα έχεις στα 20 σου χρόνια, άλλα πρότυπα έχεις στα 30 και άλλα στα 40.

Παναγιώτης: Εγώ πάντα έπαιζα στα θεατρικά του σχολείου, αν και αυτό δε μπορεί να θεωρηθεί θέατρο. Είχα καταλήξει να συμμετέχω σε όλες τις παραστάσεις του σχολείου μέχρι που κάποια στιγμή, στους Περιφερειακούς, είχα την τύχη να γνωρίσω τον Κώστα Τσιάνο. Με ρώτησε αν με ενδιαφέρει η ηθοποιία και αν και του είχα απαντήσει αρνητικά, με παρότρυνε να το ξανασκεφτώ. Στην Γ’ λυκείου, λοιπόν, σταμάτησα το φροντιστήριο και αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτό. Συνέβησαν διάφορα ευτράπελα στην πορεία μέχρι που τελείωσα, μπήκα σε μία ιδιωτική σχολή στα 17, διότι στο Κρατικό δεν κατάφερα να μπω για διάφορους λόγους (γέλιο). Τελείωσα τη σχολή στα 20 και μετά ξεκίνησα να κάνω κατά βάση ανεξάρτητες παραγωγές με μια ομάδα που έχω και με κάποιους παιδικούς φίλους που έτυχε πλέον να είναι συνεργάτες μου.

  • Μιλώντας για το θέατρο στην Ελλάδα…

Παναγιώτης: Πάντα υπάρχουν οι «φελλοί», πάντα υπάρχουν και οι καλοί.

Xplicit: Σε όλα τα πράγματα, όπως και στους μουσικούς, όπως και στους ηθοποιούς και στους σκηνοθέτες αντλείται υλικό από την ελληνική κοινωνία. Δε μπορούμε να έχουμε καλό θέατρο και την κοινωνία που έχουμε. Δε μπορούμε να έχουμε πολύ καλή μουσική και την κοινωνία που έχουμε. Η ποιότητα των ανθρώπων της ελληνικής κοινωνίας είναι αυτή που καθορίζει και τις τέχνες της.

Παναγιώτης: Στη βάση αυτού του πράγματος συμφωνώ. Αλλά δε νομίζω ότι παλιότερα διαβάζονταν στις αυλές ο Καρυωτάκης, ούτε ο Καβάφης.

Xplicit: Ο Καβάφης κι ο Καρυωτάκης δε φτιάχνουν την ποιότητα της ελληνικής κοινωνίας. Τη φτιάχνουν, δηλαδή, φτιάχνοντας όμως ξεχωριστά κάθε μονάδα. Αν διαβάζω εγώ Καρυωτάκη ή Σεφέρη θα καλλιεργηθώ ως μονάδα, εδώ όμως μιλάμε για το σύνολο.

Παναγιώτης: Φυσικά, αλλά κι όταν έχεις μεγάλο σκοτάδι, αυτός που τραβάει κάθε φορά το κάρο, τόσο πιο πολύ πρέπει να φωτίζει περισσότερο για να βλέπεις.

  • Ρωτώντας για το χιπ-χοπ στην Ελλάδα…

Xplicit: Το χιπ-χοπ στην Ελλάδα από κάποιους εκπροσωπείται σωστά και από κάποιους άλλους δεν εκπροσωπείται. Απλό είναι.

  • Πιστεύετε πως η τέχνη είναι κάτι που «το ‘χει κανείς ή το αποκτά στη πορεία»;

Xplicit: Η τέχνη που μπορεί να παράγει κάθε καλλιτέχνης, χωρίς να θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτέχνη, πιστεύω ότι είναι κάτι το οποίο καλλιεργείται. Δεν αρκεί να έχεις ταλέντο. Αν έχεις ταλέντο και δε δουλέψεις, θα φτάσεις μέχρι το 30-40% αυτού που θα σου επιτρέψει το ταλέντο σου. Αν δεν έχεις ταλέντο και δουλέψεις, θα φτάσεις μέχρι το 70 και 80% αυτού που θα σου επιτρέψει η προσπάθειά σου. Αν τώρα έχεις ταλέντο και το δουλέψεις, θα φτάσεις στο 100% και στο 110%. Αυτή είναι η άποψη μου.

Παναγιώτης: Έχω δει ανθρώπους σε πάρα πολλά είδη να επαναλαμβάνονται, να εγκλωβίζονται, να γίνονται βαρετοί, να μην περιμένεις κάποια έκπληξη, όταν πας να δεις το έργο τους. Αυτό συμβαίνει γιατί δε θέλουν να δουλέψουν. Βέβαια αυτό είναι και μέσα σ’ αυτά που είπε ο Βαλάντης. Παίζει ρόλο και η εξάσκηση, το ταλέντο, είναι όμως και η προσωπικότητα.

Xplicit: Παίζει ρόλο ο χαρακτήρας.

Παναγιώτης: Ακριβώς. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δεν ήταν πολύ ταλαντούχοι και έμειναν ως ταλαντούχοι στην ιστορία γιατί ήταν μαγευτικοί. Ήτανε και είναι κιόλας -γιατί υπάρχουν ακόμα τέτοια άτομα- άνθρωποι που δε χρειάζεται να κάνουν τίποτα. Αρκεί αυτό που κουβαλούν, αυτό που βγάζουν πάνω στη σκηνή, είτε πρόκειται για ηθοποιούς, είτε για performers που ανεβαίνουν και φτιάχνουν μια ατμόσφαιρα δική τους χάρη στην προσωπικότητα που κουβαλάνε. Αυτό πολλές φορές το ξεχνάμε λόγω του ταλέντου που έχουμε. Μπορεί, δηλαδή, να έχεις τεράστιο ταλέντο στο να χρησιμοποιείς το χρώμα στον καμβά, ξεχνάς όμως ότι η δική σου προσωπικότητα είναι ασπρόμαυρη. Και όπως λέει ένα υπέροχο έργο, το «Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή» του Rilke: “Αν πιστεύετε ότι μπορείτε να συνεχίσετε να ζείτε χωρίς να γράφετε, σταματήστε αμέσως”.

  • Βαλάντη, πριν είπες ότι δε θεωρείς τον εαυτό σου καλλιτέχνη… ποιον θα λέγατε οτι θεωρείτε καλλιτέχνη και εσύ δεν ανήκεις σ’ αυτήν την κατηγορία; 

Xplicit: Δεν το λέω μειωτικά για τους καλλιτέχνες, απλά εγώ δε θεωρώ τον εαυτό μου έναν άνθρωπο που αν κάποιος με δει ή ξέρει πως ζω θα πει: «Αυτός είναι καλλιτέχνης». Τουλάχιστον βάσει αυτού που έχω εγώ στο μυαλό μου. Για εμένα, τέχνη είναι έκφραση. Αυτό. Αλλά δε σημαίνει ότι δεν εκφράζομαι. Απλά δεν κάνω μόνο αυτό.

Παναγιώτης: Αν και διαφωνώ με τον Βαλάντη σε αυτό που λέει. Δε νομίζω ότι δεν είναι καλλιτέχνης. Ο ίδιος μπορεί να το λέει για δικούς του λόγους, αλλά νομίζω ότι απλά προσπαθεί να ξεκαθαρίσει τη θέση του απέναντι σε κάποιους άλλους ανθρώπους. Εμένα αυτοί οι άνθρωποι δε με αφορούν καθόλου. Και ναι φυσικά, εγώ είμαι καλλιτέχνης και το δείχνω με όλο μου το έργο. Ασχολούμαι μόνο με αυτό, έχω-δεν έχω να φάω. Πολλές φορές μπερδεύουμε και το ότι η τέχνη πρέπει απαραίτητα να σε πληρώνει και ότι ένας επιτυχημένος καλλιτέχνης πρέπει να βγάζει χιλιάρικα.

 

  • Συζητώντας για οικονομική «επιβίωση»…

Παναγιώτης: Πώς επιβιώνω; Δεν ξέρω, μάλλον από τύχη. Κοίτα, όταν είπα πριν να δουλεύεις πολύ, εγώ πραγματικά δουλεύω πολύ σ’ αυτό το αντικείμενο, πάρα πολύ, σε σημείο που οι συνεργάτες μου με βρίζουνε.

Νομίζω όμως, ότι το θέμα δεν είναι πώς επιβιώνεις από την τέχνη. Μπορείς π.χ. να βρεις μια άλλη δουλειά, πράγμα που περιστασιακά έκανα για να διαψεύσω όσους πίστευαν ότι μπορεί να γίνει τέχνη παράλληλα με μια άλλη δουλειά. Δε μπορεί να γίνει, τουλάχιστον η δουλειά που κάνω εγώ. Είναι διαφορετικό το να γράψεις ένα βιβλίο ή να ασχοληθείς με την ποίηση και είναι διαφορετικό το να ανεβάσεις μια παράσταση. Όταν ανεβάζεις μια παράσταση και είσαι υπεύθυνος για την παραγωγή, τη σκηνοθεσία και έχεις γράψει και το κείμενο, στις τελικές πρόβες πρέπει για δύο εβδομάδες να αφιερώνεσαι ολοκληρωτικά σε αυτό.

Xplicit: Ο καθένας αν του δώσει η τέχνη του μια καλύτερη ποιότητα ζωής και μια άνεση καλά θα κάνει να την εκμεταλλευτεί όπως αυτός θέλει. Αν με ρωτάς τώρα προσωπικά, πιστεύω ότι αυτά τα λεφτά που ενδεχομένως να μου έχει δώσει εμένα η τέχνη μου δεν είναι λεφτά τα οποία τα περίμενα και τυγχάνουν και της ανάλογης αντιμετώπισης.

  • Το διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στους δίσκους σου είναι πολύ μεγάλο συγκριτικά με άλλους καλλιτέχνες. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Xplicit: Εγώ κάνω μουσική από πάθος. Δεν περιμένω να ζήσω από αυτό και δε θέλω να ζήσω από αυτό. Μ’ αρέσει να ξυπνάω το πρωί και να δουλεύω αλλά να κάνω και άλλα πράγματα, να ζω. Η μουσική μου είναι κάτι το οποίο δε μπορεί να το ορίσει η ανάγκη μου. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι 6 χρόνια που κάνει να βγει ο κάθε δίσκος μου συνηγορεί αυτό σε αυτό. Νομίζεις εγώ δε θέλω να βγάζω δίσκους; Δε θέλω να πω πράγματα; Θέλω. Όμως θέλουμε, και εγώ και η Μαρίνα, το σύνολο που θα βγει να είναι πένα, να μην πιάνεται. Και να είναι άπιαστο όχι για τους άλλους, κυρίως για εμάς τους ίδιους. Να πούμε ότι πιάσαμε ταβάνι, πάμε για πιο πάνω.

Παναγιώτης: Στην αρχή όμως, έβγαζες πιο συχνά δίσκους.

Xplicit: Στην αρχή ήμουνα μικρός.

  • Έχετε σκεφτεί να κάνετε ποτέ κάτι πιο «ανάλαφρο», με λιγότερο ρεαλισμό; Να κάνεις κάτι που θα είναι αρεστό και σε όσους δε θέλουν να ακούσουν την αλήθεια.

Xplicit: Δε με ενδιαφέρει αυτό. Με ενδιαφέρει να αρέσει σε μένα. Ο καθένας, ανάλογα με τη μουσική που κάνει, επιλέγει στο περίπου και τι κοινό θα έχει. Εμένα δε με νοιάζει να έχω ένα κοινό το οποίο ενδεχομένως να είναι πληθυσμιακά πιο μεγάλο. Δεν το θέλω αυτό και δεν έχω ονειρευτεί κάτι τέτοιο για μένα.

Παναγιώτης: Πάνω σ’ αυτό θέλω να προσθέσω το εξής: ουσιαστικά, τον κόσμο σου τον επιλέγεις ως έναν βαθμό. Όταν για παράδειγμα, κάνεις διασκεδαστική μουσική ο άλλος μπορεί να έρχεται να πίνει το ποτό του, να φλερτάρει, να μιλάει. Όταν όμως, στόχος σου είναι να περάσεις ένα σοβαρό μήνυμα, αυτός που θα έρθει συνήθως θέλει να ακούσει. Έρχεται όντως για να ακούσει. Σκάει γι’αυτό. Αυτή είναι κι η διαφορά ενός live με το θέατρο. Το θέατρο είναι πολύ πιο δύσκολη συνθήκη.

Στο θέατρο θα βάλεις τα καλά σου να έρθεις, θα κάτσεις σε μια καρέκλα στα σκοτάδια κι έπειτα θα σιγήσεις και θα παραχωρήσεις το λόγο στον ηθοποιό. Δε μπορείς ούτε να πας τουαλέτα, ούτε να πιεις ένα ποτό, ούτε να συζητήσεις με το φίλο σου επειδή βαρέθηκες. Θα κάτσεις εκεί μιάμιση ώρα -ειδικά στα καινούρια θέατρα που δεν είναι τόσο μεγάλα που μπορείς να βγεις αθόρυβα έξω – και δε θα βγάλεις άχνα. Το ευτυχές για’ μένα και την οδό που έχω επιλέξει, να κάνω δηλαδή θέατρο…

Xplicit: Και στο κάτω-κάτω να σου πω κάτι; Στις κλίμακες τις δικές μας που δεν είναι μεγάλες πληθυσμιακά, ένας άνθρωπος ο οποίος θα πληρώσει εισιτήριο για να δει το Παναγιώτη ή να πληρώσει εισιτήριο για να δει τους Στίχοιμα έχει το χαρακτηριστικό της στήριξης. Εμείς δεν έχουμε ένα κοινό το οποίο θα έρθει και θα πληρώσει και θα κάνει ό,τι γουστάρει. Θα έρθει κυρίως για να στηρίξει εμάς, να στηρίξει  την όλη φάση και να περάσει και αυτός καλά. Αυτή είναι η συνομιλία που έχουμε με το κοινό, εγώ έτσι τη βλέπω.

  • Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι αυτοί που έρχονται για εσάς διαφέρουν από το κοινό άλλων καλλιτεχνών;

Xplicit: Μπορεί και να μη διαφέρουν. Κοίταξε να δεις κάτι: τίποτα δεν είναι το ίδιο κι ο καθένας έχει την αξία του. Εγώ μπορεί να έχω μια αξία σ’ ένα πράγμα και ο άλλος σε κάτι άλλο. Πιστεύω ότι με κάποιους άλλους καλλιτέχνες που τους θεωρώ αξιόλογους,το κοινό μας τέμνεται, αλλά ως εκεί. Δεν πιστεύω ότι κάποιος άλλος έχει υποδεέστερο κοινό. Ο καθένας έχει το κοινό που έχει διαλέξει να έχει.

  • Πιστεύετε ότι η τέχνη μπορεί με κάποιον τρόπο να «ξυπνήσει» τους ανθρώπους ;

Παναγιώτης: Η τέχνη μπορεί να καταστρέψει τις κοινωνίες, ναι. Κάποια στιγμή.

Xplicit: Να τις καταστρέψει, εννοείς, με τον τρόπο που είναι στημένες.

Παναγιώτης: Ο τρόπος που είναι στημένες είναι απλά για να νιώθουν ασφαλείς οι άνθρωποι. Το μυστικό είναι να μη νιώθεις ασφαλής. Τι αποζητούν οι άνθρωποι τόσο πολύ; Όλοι θέλουν να είναι ελεύθεροι, η ελευθερία δεν είναι όμως ασφάλεια. Πρέπει να έχεις τα κότσια να διαχειριστείς την ελευθερία. Συνήθως, βλέπουμε έναν άνθρωπο ελεύθερο και του δίνουμε και συμβουλές πως να φυλακιστεί, γιατί νιώθουμε και εμείς οι ίδιοι άβολα για τον ίδιο. Είναι τρομερό αυτό. Τώρα, η ίδια η τέχνη μόνη της δεν μπορεί να «ξυπνήσει» τους ανθρώπους. Η τέχνη μπορεί να κάνει αυτό που κάνει η Βέμπο: να τραγουδάει γι’ αυτούς που πολεμούν.

Xplicit: Εγώ είμαι της άποψης ότι, αν μπορείς να αλλάξεις κάποια πράγματα, μόνο με την τέχνη μπορείς να το κάνεις.

Παναγιώτης: Ναι, αλλά αυτό θα αλλάξει όταν δημιουργήσεις κίνηση εσύ σ’ ένα σώμα εκτός τέχνης. Αυτό πρέπει να κάνουν οι καλλιτέχνες και οι ποιητές, γιατί αυτήν τη στιγμή έχεις μια ανάγκη να συμβεί κάτι. Μιλώντας για την ποίηση, για εμένα είναι ο πυρήνας της τέχνης. Και με την ποίηση δεν εννοώ απλά ένα γραπτό. Ποίηση μπορεί να υπάρχει μες στη ζωγραφική, μες στη μουσική, στα θέατρα, μέσα στα πάντα. Η ποίηση μπορεί να κινήσει το σώμα που θα αλλάξει τα πράγματα. Από μόνη της εγώ δεν πιστεύω ότι μπορεί να αλλάξει κάτι.

Xplicit: Μόνο η τέχνη μπορεί να αλλάξει τα πράγματα. Εγώ σαν στιχουργός δε μπορώ να πείσω τον άλλον να αλλάξει κάτι αν ο άλλος δεν έχει την ανάγκη να αλλάξει. Για να υπάρξει τέχνη, πρέπει να υπάρξουν δύο κομμάτια, ο δέκτης και ο πομπός: ο πομπός στέλνει την τέχνη, ο δέκτης τη λαμβάνει. Αν ο δέκτης δεν είναι έτοιμος συναισθηματικά, ψυχολογικά, νοητικά να αλλάξει δεν πα’ να έχει απέναντι του τον οποιοδήποτε να του λέει τη μεγαλύτερη αλήθεια του κόσμου και να του το λέει με τον πιο ωραίο τρόπο του κόσμου και με τα καλύτερα επιχειρήματα του κόσμου. Δεν πρόκειται να αλλάξει.  Π.χ. ο κόσμος που με ακούει ενδεχομένως και να ήθελε να αλλάξει, αλλά δεν αλλάζω εγώ το μυαλό του αλλουνού. Εγώ απλά του δίνω μια άλλη οπτική και μακάρι ν’ αλλάζουν προς το καλό. Αυτό φτάνει.

  • Πώς νιώθετε που θα ανεβείτε πάνω σε μια σκηνή για να μιλήσετε και όχι να ερμηνεύσετε ή να υποδυθείτε κάποιο ρόλο;

Παναγιώτης: Αν μου το ρώταγες αυτό πριν από ενάμιση χρόνο θα σου έλεγα «Χάλια». Αλλά μετά την κυκλοφορία του βιβλίου μου έχω αποκτήσει και μια εξοικείωση στο να μιλάω ως Παναγιώτης. Στην αρχή φάνταζε αρκετά δύσκολο αλλά στην πορεία άρχισα να λύνομαι. Βέβαια, μου είναι πολύ πιο εύκολο και πολύ πιο οικείο να κάνω το οτιδήποτε ως όχι εγώ επάνω στη σκηνή. Όσον αφορά την ομιλία του TEDxUniversityofMacedonia, νομίζω ότι έχω μια όμορφη αγωνία. Θα είμαι πρώτη φορά -κάτω από αυτή τη συνθήκη τουλάχιστον- πάνω στη σκηνή με έναν άνθρωπο που εγώ τον εκτιμώ ιδιαίτερα και θα πω αυτά που έχω να πω με τον καλύτερο ορθοφωνητικά και ρυθμολογικά τρόπο. Γι’ αυτόν, για εμένα και για αυτούς που περιμένουν ν’ ακούσουν κάτι από ‘μένα.

Xplicit: Ούτε εγώ έχω πρόβλημα. Εντάξει, δε μπορώ να σου πω ότι νιώθω πολύ άνετα αλλά δεν πιστεύω ότι είναι κάτι που δε μπορώ να καταφέρω. Ίσως νιώθω διαφορετικά.

  • Όσον αφορά το θέμα της ομιλίας σας, τη «θεατρικότητα του στίχου»;

    Παναγιώτης:
    Το ωραίο με το Βαλάντη είναι ότι πάνω-κάτω καταλήγουμε στα ίδια πράγματα, πηγαίνοντας από διαφορετικούς δρόμους, με διαφορετικό τρόπο και από διαφορετική τέχνη. Και αυτό είναι νομίζω και το ενδιαφέρον της ομιλίας. Tο ίδιο πράγμα από δύο πλευρές. Εγώ το συσχετίζω αυτό με μια θεωρία που έχω για το μίσος και την αγάπη. Νομίζω ότι αυτό τελικά ισχύει και για τις τέχνες πάνω-κάτω. Το μίσος και η αγάπη πιστεύω ότι είναι το ίδιο αίσθημα απλά με διαφορετικό τρόπο έκφρασης. Πρόκειται για μια μεγάλη θεωρία, πιστεύω όμως, ότι αυτό τελικά ισχύει και για τις τέχνες. Είναι όλες το ίδιο πράγμα, απλά με διαφορετικό τρόπο έκφρασης.

 

Αννίτα Νιτσαίδου

Γεννήθηκε και μεγαλώνει στη Θεσσαλονίκη. Θύμα της καφεΐνης και του multi-tasking, λατρεύει το film noir και τον Ταραντίνο. Δε διαβάζει ποτέ οδηγίες χρήσης και δε φεύγει από το σπίτι χωρίς τα ακουστικά της. Α, σπουδάζει Αγγλική Φιλολογία στο ΑΠΘ.
Close Menu